δεσμεύω

δεσμ-εύω,
A fetter, put in chains, h.Bacch.17, E.Ba.616, Pl.Lg.808e; tie together, as corn in the sheaf, Hes.Op.481;

δ. ἀγκάλας PLond.1.131r426

(ii A. D.);

χόρτον PFlor.322.31

(iii A. D.);

δ. ἔκ τινος

bind fast to . .,

Plb.3.93.4

, Apollod.2.1.3.
II lay snares for, LXX 1 Ki.24.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεσμεύω — fetter pres subj act 1st sg δεσμεύω fetter pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμεύω — δεσμεύω, δέσμευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δεσμεύω — (AM δεσμεύω) [δεσμός] 1. δένω 2. φυλακίζω 3. συγκρατώ, περιορίζω νεοελλ. 1. επιβάλλω σε κάποιον δέσμευση νομική ή ηθική με έγγραφο, υπόσχεση, όρκο κ.λπ. 2. «δεσμεύονται οι καταθέσεις» απαγορεύεται μετά από κρατική απόφαση η ανάληψη καταθέσεων με… …   Dictionary of Greek

  • δεσμεύω — δέσμευσα, δεσμεύτηκα, δεσμευμένος, επιβάλλω σε κάποιον νομικό ή ηθικό περιορισμό: Έχω δεσμευτεί να την παντρευτώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσμεύετε — δεσμεύω fetter pres imperat act 2nd pl δεσμεύω fetter pres ind act 2nd pl δεσμεύω fetter imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμεύσει — δεσμεύω fetter aor subj act 3rd sg (epic) δεσμεύω fetter fut ind mid 2nd sg δεσμεύω fetter fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμεύσω — δεσμεύω fetter aor subj act 1st sg δεσμεύω fetter fut ind act 1st sg δεσμεύω fetter aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμοί — δεσμεύω fetter pres subj mp 2nd sg δεσμεύω fetter pres ind mp 2nd sg δεσμεύω fetter pres subj act 3rd sg δεσμός band masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμώσω — δεσμεύω fetter aor subj act 1st sg δεσμεύω fetter fut ind act 1st sg δεσμεύω fetter aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδέσμευσαι — δεσμεύω fetter perf ind mp 2nd sg δεσμεύω fetter perf ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσμευθέντα — δεσμεύω fetter aor part pass neut nom/voc/acc pl δεσμεύω fetter aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.